
Η νέα εγκύκλιος Ε.2009/2026 εκδόθηκε με σκοπό να αποσαφηνίσει τον τρόπο φορολόγησης της ψιλής κυριότητας και της επικαρπίας στις φορολογίες κεφαλαίου, δηλαδή κυρίως σε περιπτώσεις κληρονομιάς, δωρεάς, γονικής παροχής και μεταβίβασης ακινήτων.
Η εγκύκλιος στηρίζεται στις διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας (ν. 5219/2025) και επιχειρεί να δώσει πρακτικές λύσεις σε ζητήματα που συχνά δημιουργούν αμφισβητήσεις κατά την εφαρμογή του νόμου.
Ακολουθούν οι βασικές ερωτήσεις και απαντήσεις.
Η ψιλή κυριότητα είναι το εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας χωρίς το δικαίωμα χρήσης και κάρπωσης του ακινήτου.
Η επικαρπία είναι το δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης του ακινήτου, δηλαδή ο επικαρπωτής μπορεί να το χρησιμοποιεί ή να εισπράττει τα εισοδήματά του.
Με απλά λόγια:
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στις εξής περιπτώσεις:
Η εγκύκλιος εξηγεί πότε φορολογείται η επικαρπία, πότε η ψιλή κυριότητα και πότε η πλήρης κυριότητα μετά τη συνένωσή τους.
Σε κάθε μεταβίβαση της επικαρπίας, ο φόρος επιβάλλεται στον επικαρπωτή, δηλαδή στο πρόσωπο που αποκτά την επικαρπία.
Ο ψιλός κύριος δεν υποχρεούται να υποβάλει δήλωση για λογαριασμό του επικαρπωτή, εκτός αν είναι ο ίδιος και κληρονόμος του επικαρπωτή και ενεργεί ως νόμιμος υπόχρεος αυτού.
Η αξία της ισόβιας ή αορίστου χρόνου επικαρπίας προσδιορίζεται ως ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητας, ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή.
Τα βασικά ποσοστά είναι:
Άρα, όσο μεγαλύτερη η ηλικία του επικαρπωτή, τόσο μικρότερη η φορολογητέα αξία της επικαρπίας.
Κρίσιμη είναι η ηλικία του επικαρπωτή κατά τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης.
Αυτό σημαίνει ότι:
Όχι η ηλικία κατά την υποβολή της δήλωσης, εφόσον αυτή προηγείται του κρίσιμου χρόνου.
Για επικαρπία ορισμένου χρόνου, η αξία της υπολογίζεται σε 1/20 της πλήρους κυριότητας για κάθε έτος διάρκειας.
Σημαντικά σημεία:
Παράδειγμα:
Όταν η επικαρπία έχει οριστεί να περιέλθει διαδοχικά σε περισσότερα πρόσωπα, κάθε δικαιούχος φορολογείται όταν αποκτά το δικαίωμά του, με βάση:
Αν η επικαρπία έχει συσταθεί αδιαίρετα υπέρ περισσοτέρων:
Η κατανομή της φορολογητέας αξίας μεταξύ των δικαιούχων γίνεται κατά ειδικούς κανόνες που εξηγεί η εγκύκλιος.
Σε αυτή την περίπτωση, για την αποτίμηση της επικαρπίας λαμβάνεται υπόψη η ηλικία του μεγαλύτερου μεταξύ:
Αν η επικαρπία παύσει νωρίτερα, λόγω θανάτου ή άλλης νόμιμης αιτίας ανεξάρτητης από τη βούληση των μερών, και η πραγματική διάρκειά της οδηγεί σε μικρότερη αξία από αυτή που είχε αρχικά φορολογηθεί, τότε η τελικώς φορολογητέα αξία επαναπροσδιορίζεται.
Στην περίπτωση αυτή υποβάλλεται τροποποιητική δήλωση και μπορεί να προκύψει:
Κατά κανόνα, όταν η ψιλή κυριότητα αποκτάται αιτία θανάτου, η φορολογία της αναβάλλεται μέχρι να συνενωθεί με την επικαρπία.
Δηλαδή ο ψιλός κύριος δεν φορολογείται άμεσα, αλλά όταν αποκτήσει και την πλήρη κυριότητα, συνήθως λόγω θανάτου του επικαρπωτή.
Τότε ο φόρος υπολογίζεται στην αξία της πλήρους κυριότητας κατά τον χρόνο της συνένωσης.
Ναι. Η εγκύκλιος επιβεβαιώνει ότι ο ψιλός κύριος μπορεί να ζητήσει οποτεδήποτε την άμεση φορολόγηση της ψιλής κυριότητας.
Αυτό έχει σημασία γιατί:
Η αξία της ψιλής κυριότητας προκύπτει από τη διαφορά:
Αξία πλήρους κυριότητας – αξία επικαρπίας
Η εγκύκλιος αναφέρει ειδικές περιπτώσεις άμεσης φορολόγησης, όπως όταν:
Αν η ψιλή κυριότητα μεταβιβαστεί εκ νέου, π.χ. λόγω κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής, πριν από τη συνένωση με την επικαρπία, δεν οφείλεται φόρος για κάθε ενδιάμεση μεταβίβαση με τον συνήθη τρόπο.
Όταν τελικά επέλθει η συνένωση, ο τότε ψιλός κύριος φορολογείται σύμφωνα με ειδικό μηχανισμό:
Και στη δωρεά ή γονική παροχή ισχύει, κατ’ αρχήν, αναβολή φορολογίας της ψιλής κυριότητας μέχρι τη συνένωσή της με την επικαρπία.
Ωστόσο, ο ψιλός κύριος μπορεί και εδώ να ζητήσει άμεση φορολόγηση.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν η επικαρπία έχει παρακρατηθεί για ορισμένο χρόνο:
η φορολογητέα αξία της ψιλής κυριότητας δεν μπορεί να είναι μικρότερη από εκείνη που θα προέκυπτε σε περίπτωση ισόβιας παρακράτησης.
Όταν η επικαρπία αποσβήνεται αυτοδίκαια:
τότε, εφόσον ο ψιλός κύριος είχε ήδη υπαχθεί σε φόρο για την ψιλή κυριότητα, δεν γεννάται νέα φορολογική υποχρέωση απλώς και μόνο από την αυτοδίκαιη συνένωση.
Η εγκύκλιος είναι σαφής: στην καθαρή αυτοδίκαιη συνένωση, χωρίς νέα δικαιοπραξία, ο ψιλός κύριος δεν υποβάλλει δήλωση.
Υπάρχει φορολογική υποχρέωση όταν η επικαρπία περιέρχεται στον ψιλό κύριο:
Δηλαδή όχι λόγω φυσικής απόσβεσης του δικαιώματος, αλλά λόγω δικαιοπραξίας εν ζωή.
Πρόκειται για την αξία της επικαρπίας που δεν είχε φορολογηθεί όταν ο ψιλός κύριος είχε ήδη φορολογηθεί για την ψιλή κυριότητα.
Αν, για παράδειγμα, κάποιος είχε φορολογηθεί για 6/10 ως ψιλός κύριος και στη συνέχεια αποκτά την επικαρπία με δωρεά ή παραίτηση, θα φορολογηθεί για τα υπόλοιπα 4/10.
Αυτό εφαρμόζεται όταν ο ψιλός κύριος είχε ήδη υπαχθεί σε φόρο για την ψιλή κυριότητα.
Όταν ο πλήρης κύριος έχει μεταβιβάσει την επικαρπία σε τρίτο και έχει παραμείνει ο ίδιος ψιλός κύριος, τότε αν αργότερα αποκτήσει ξανά την επικαρπία, ο φόρος δεν υπολογίζεται με τα «υπόλοιπα δέκατα», αλλά σύμφωνα με την ηλικία του κατά τον χρόνο που αποκτά πάλι την επικαρπία.
Άρα, εδώ δεν μετρά τι είχε φορολογηθεί παλαιότερα, αλλά η νέα απόκτηση της επικαρπίας ως αυτοτελές γεγονός.
Αν η επικαρπία έχει συσταθεί για ορισμένο χρόνο και πριν λήξει επιστρέψει στον ψιλό κύριο με παραίτηση ή σύμβαση, ο φόρος υπολογίζεται με βάση τα υπολειπόμενα εικοστά.
Δηλαδή φορολογείται μόνο η αξία που αντιστοιχεί στα έτη που απέμεναν μέχρι τη λήξη της επικαρπίας.
Η εγκύκλιος υπενθυμίζει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις όπου η ψιλή κυριότητα έχει αποκτηθεί με επαχθή αιτία και η επικαρπία έχει ταυτόχρονα αποκτηθεί ή παρακρατηθεί από άλλο πρόσωπο μετά την 2.4.1980, η μεταγενέστερη συνένωση της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα λόγω θανάτου του επικαρπωτή θεωρείται, κατ’ αμάχητο τεκμήριο, ως κτήση αιτία θανάτου.
Άρα μπορεί να οφείλεται φόρος κληρονομίας, ακόμη κι αν ο ψιλός κύριος δεν είναι πραγματικός κληρονόμος του επικαρπωτή.
Αντίστοιχα, όταν η ψιλή κυριότητα έχει αποκτηθεί με επαχθή αιτία και η επικαρπία ορισμένου χρόνου έχει αποκτηθεί ή παρακρατηθεί από 1.1.2006 και μετά, τότε κατά τη λήξη της διάρκειας της επικαρπίας, η συνένωση με την ψιλή κυριότητα θεωρείται, από φορολογική άποψη, ως κτήση αιτία δωρεάς.
Στην περίπτωση αυτή μπορεί να οφείλεται φόρος δωρεάς.
Δεν εφαρμόζονται όταν ο αρχικός διαχωρισμός ψιλής κυριότητας και επικαρπίας έγινε με χαριστική αιτία, δηλαδή:
ακόμη κι αν αργότερα ακολούθησε μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας με επαχθή αιτία.
Αυτό είναι κρίσιμο στην πράξη, γιατί διαφοροποιεί εντελώς τη μελλοντική φορολογική μεταχείριση.
Η εγκύκλιος επαναφέρει τη γνωστή θέση ότι η αποδοχή πρότασης δωρεάς επικαρπίας αιτία θανάτου μπορεί να γίνει και μετά τον θάνατο του δωρητή.
Στην περίπτωση αυτή:
Η Ε.2009/2026 αναδεικνύει πέντε κρίσιμα πρακτικά σημεία:
Πρώτον, η φορολόγηση της επικαρπίας και της ψιλής κυριότητας εξαρτάται πάντοτε από την αιτία κτήσης: κληρονομιά, δωρεά, γονική παροχή ή επαχθή αιτία.
Δεύτερον, καθοριστική σημασία έχει ο χρόνος γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, τόσο για την ηλικία του επικαρπωτή όσο και για την αποτίμηση.
Τρίτον, η άμεση φορολόγηση της ψιλής κυριότητας είναι επιλογή με σοβαρές πρακτικές συνέπειες και πρέπει να εξετάζεται στρατηγικά.
Τέταρτον, δεν παράγεται πάντοτε νέος φόρος κατά τη συνένωση επικαρπίας και ψιλής κυριότητας. Χρειάζεται διάκριση μεταξύ:
Πέμπτον, στις υποθέσεις αυτές απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στον έλεγχο:
Η εγκύκλιος Ε.2009/2026 δεν εισάγει απλώς θεωρητικές διευκρινίσεις. Αποτελεί ένα ουσιαστικό εργαλείο για τη σωστή εφαρμογή του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας σε υποθέσεις που στην πράξη εμφανίζουν μεγάλη πολυπλοκότητα.
Για συμβολαιογράφους, λογιστές, φοροτεχνικούς, δικηγόρους αλλά και φορολογούμενους, η ορθή κατανόηση του πότε φορολογείται η επικαρπία, πότε η ψιλή κυριότητα και πότε η πλήρης κυριότητα, είναι καθοριστική για την αποφυγή λαθών, καθυστερήσεων και αχρείαστων φορολογικών επιβαρύνσεων.
Συντάκτης : Χριστίνα Ι. Καπέλα
Για την CK Accounting & Tax Services Firm